Η άρθρωση του ώμου
Η άρθρωση του ώμου, ή επιστημονικότερα, γληνοβραχιόνιος άρθρωση, αποτελείται από τη σύζευξη δύο οστών: της κεφαλής του βραχιονίου και της ωμογλήνης της ωμοπλάτης. Κατά την κίνηση του ώμου επηρεάζονται και μετακινούνται και δύο ακόμα αρθρώσεις: η ακρωμιοκλειδική άρθρωση (μεταξύ κλείδας και ακρωμίου της ωμοπλάτης) και η θωρακοωμοπλατιαία άρθρωση (μεταξύ της πτέρυγος της ωμοπλάτης και του θωρακικού τοιχώματος).Για να εκτελεστεί όλο το εύρος κίνησης της άρθρωσης του ώμου θα πρέπει να λειτουργούν χωρίς προβλήματα και οι δυο παραπάνω αρθρώσεις, γι’ αυτό και εξετάζονται μαζί με τον ώμο.Ο επιχείλιος χόνδρος είναι ένας ινοχόνδρινος δίσκος που περιβάλλει την ωμογλήνη και με αυτόν τον τρόπο «βαθαίνει» την ελαφρώς υπόκοιλη επιφάνεια της ωμογλήνης. Η ακεραιότητά του είναι απαραίτητη για τη σταθερότητα του ώμου, παίζοντας σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των εξαρθρημάτων του ώμου. Οι πρόσθιοι γληνοβραχιόνιοι σύνδεσμοι είναι μικροί αλλά ισχυροί σύνδεσμοι που συνεισφέρουν στην πρόσθια σταθερότητα του ώμου και παίζουν σημαντικό ρόλο στο εύρος κίνησης του ώμου. Ο Θύλακος είναι το ινώδες περίβλημα της άρθρωσης του ώμου. Υποβοηθά σημαντικά στη σταθερότητα του ώμου και η καλή του κατάσταση συμβάλλει στο εύρος κίνησης του ώμου.
Ο τένοντας της μακράς κεφαλής του δικεφάλου είναι ένας πολύ ισχυρός τένοντας μέσα στην άρθρωση του ώμου και ένας από τους δύο τένοντες του δικεφάλου βραχιονίου. Ο ακριβής ρόλος του παραμένει ακόμα υπό αμφισβήτηση, αν και παλαιότερα θεωρούνταν ότι συνέβαλλε στη σταθερότητα του ώμου.Οι τένοντες του Υπερακανθίου, Υπακανθίου, Υποπλατίου και Ελάσσονος Στρογγύλου προέρχονται από τους ομώνυμους μύες και περιβάλλουν σαν καλύπτρα την κεφαλή του βραχιονίου, όπου και καταφύονται. Στην πραγματικότητα είναι πολύ δύσκολος ο διαχωρισμός τους σε διακριτές οντότητες αφού συνενώνονται για να σχηματίσουν το «τενόντιο» ή «στροφικό» πέταλο του ώμου. Ο κύριος ρόλος τους είναι η κίνηση του βραχιονίου σε σχέση με την ωμογλήνη. Με την ενεργοποίηση κάθε φορά και διαφορετικού τμήματος του τενοντίου πετάλου είναι δυνατή η κίνηση του ώμου σε διάφορες θέσεις. Οι τένοντες αυτοί συχνά παθαίνουν ρήξη (διακοπή της συνέχειάς τους) με αποτέλεσμα τον πόνο και την αδυναμία του ώμου. Ο Κορακοακρωμιακός σύνδεσμος είναι ένας ισχυρός σύνδεσμος που συνδέει δύο οστικές προεξοχές της ωμοπλάτης: το ακρώμιο και την κορακοειδή απόφυση. Με αυτόν τον τρόπο ο κορακοακρωμιακός σύνδεσμος σχηματίζει μια «γέφυρα» πάνω από το τενόντιο πέταλο, περιορίζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις την απρόσκοπτη κίνηση των τενόντων. Μεταξύ του ακρωμίου, του κορακοακρωμιακού συνδέσμου και του τενοντίου πετάλου υπάρχει ο ουπακρωμιακός ορογόνος θύλακας, υπεύθυνος για την ομαλή ολίσθηση του πετάλου κάτω από το ακρώμιο και τον σύνδεσμο, αλλά επίσης υπεύθυνος για τον πόνο που προκαλούν πολλές παθήσεις στον ώμο. Οι Kορακοκλειδικοί σύνδεσμοι είναι δύο σύνδεσμοι, ο κωνοειδής και ο τραπεζοειδής που συγκρατούν ισχυρά την ωμοπλάτη με την κλείδα. Ολόκληρο το άνω άκρο, ουσιαστικά «κρέμεται» από την κλείδα, η οποία είναι συνδεδεμένη με τον αξονικό σκελετό. Οι σύνδεσμοι αυτοί συμβάλλουν κατά πολύ στη σύνδεση κλείδας-ωμοπλάτης.
Ο τένοντας της μακράς κεφαλής του δικεφάλου είναι ένας πολύ ισχυρός τένοντας μέσα στην άρθρωση του ώμου και ένας από τους δύο τένοντες του δικεφάλου βραχιονίου. Ο ακριβής ρόλος του παραμένει ακόμα υπό αμφισβήτηση, αν και παλαιότερα θεωρούνταν ότι συνέβαλλε στη σταθερότητα του ώμου.Οι τένοντες του Υπερακανθίου, Υπακανθίου, Υποπλατίου και Ελάσσονος Στρογγύλου προέρχονται από τους ομώνυμους μύες και περιβάλλουν σαν καλύπτρα την κεφαλή του βραχιονίου, όπου και καταφύονται. Στην πραγματικότητα είναι πολύ δύσκολος ο διαχωρισμός τους σε διακριτές οντότητες αφού συνενώνονται για να σχηματίσουν το «τενόντιο» ή «στροφικό» πέταλο του ώμου. Ο κύριος ρόλος τους είναι η κίνηση του βραχιονίου σε σχέση με την ωμογλήνη. Με την ενεργοποίηση κάθε φορά και διαφορετικού τμήματος του τενοντίου πετάλου είναι δυνατή η κίνηση του ώμου σε διάφορες θέσεις. Οι τένοντες αυτοί συχνά παθαίνουν ρήξη (διακοπή της συνέχειάς τους) με αποτέλεσμα τον πόνο και την αδυναμία του ώμου. Ο Κορακοακρωμιακός σύνδεσμος είναι ένας ισχυρός σύνδεσμος που συνδέει δύο οστικές προεξοχές της ωμοπλάτης: το ακρώμιο και την κορακοειδή απόφυση. Με αυτόν τον τρόπο ο κορακοακρωμιακός σύνδεσμος σχηματίζει μια «γέφυρα» πάνω από το τενόντιο πέταλο, περιορίζοντας σε ορισμένες περιπτώσεις την απρόσκοπτη κίνηση των τενόντων. Μεταξύ του ακρωμίου, του κορακοακρωμιακού συνδέσμου και του τενοντίου πετάλου υπάρχει ο ουπακρωμιακός ορογόνος θύλακας, υπεύθυνος για την ομαλή ολίσθηση του πετάλου κάτω από το ακρώμιο και τον σύνδεσμο, αλλά επίσης υπεύθυνος για τον πόνο που προκαλούν πολλές παθήσεις στον ώμο. Οι Kορακοκλειδικοί σύνδεσμοι είναι δύο σύνδεσμοι, ο κωνοειδής και ο τραπεζοειδής που συγκρατούν ισχυρά την ωμοπλάτη με την κλείδα. Ολόκληρο το άνω άκρο, ουσιαστικά «κρέμεται» από την κλείδα, η οποία είναι συνδεδεμένη με τον αξονικό σκελετό. Οι σύνδεσμοι αυτοί συμβάλλουν κατά πολύ στη σύνδεση κλείδας-ωμοπλάτης. Σεμινάρια Πρόσφατα Άρθρα Προσφορές από το ηλεκτρονικό κατάστημά μας Διάδρομος CT87 Περισσοτερα Vivosmart HR Black ΠερισσοτεραSyntha 6 EDGEΠερισσοτεραGoji Berry NLSΠερισσοτερα





